Έχουν θέση οι εταιρείες στο ποδόσφαιρο; Μπορεί να πάρει αποτέλεσμα η Σάλτσμπουργκ στο Μόναχο; Τα γεμιστά πρέπει να φτιάχνονται με κιμά ή μόνο με ρύζι; Αυτά και άλλα πολλά σοβαρά ερωτήματα με απασχολούν τώρα που βιώνουμε τη δεύτερη καραντίνα. Τουλάχιστον ο κορωνοϊός μας έχει δώσει την ευκαιρία να τα βρούμε με τον εαυτό μας, να φτάσουμε στην έβδομη σεζόν του Football Manager , αλλά και να διαβάσουμε. Και επειδή τελειώσαμε με τα βιβλία που υπάρχουν στο σπίτι, το ρίξαμε στο διαδίκτυο.

Δεν υπάρχει λοιπόν περίπτωση να κάνει νίκη η Λειψία στη Μπουντεσλίγκα και να μη διαβάσεις εκατοντάδες οργισμένα σχόλια οπαδών άλλων ομάδων για την επέλαση των εταιρειών στο ποδόσφαιρο. Θα μου πείτε «Ταγαρά, το έχασες τελείως από την καραντίνα. Πού κολλάει η Λειψία;». Κι όμως μικρά μου παιδιά θα σας εξηγήσω. Ποιος είναι ο χορηγός της Λειψίας; Η Red Bull. Ποιος είναι ο χορηγός της Σάλτσμπουργκ; Η Red Bull. Μήπως λοιπόν 1+1=2;;;

Παίξε νόμιμα live στοίχημα στις μεγάλες διοργανώσεις από κινητό & τάμπλετ (21+)

Μετά τα μαθηματικά λοιπόν, ήρθε η ώρα για λίγη ιστορία. Μετά το 2000 η εταιρεία-κολοσσός, άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για συμμετοχή στα ποδοσφαιρικά δρώμενα. Πρώτη της απόπειρα ήταν στην Αυστρία, με τη Σάλτσμπουργκ να είναι η εκλεκτή. Μάλιστα, το εγχείρημα αυτό απέδωσε σύντομα καρπούς, καθώς η συγκεκριμένη νεοσύστατη σχετικά ομάδα έχει μετατραπεί σε ισόβια πρωταθλήτρια και κυρίαρχη εντός των συνόρων. Το 2007 , η εταιρεία επιχείρησε να επεκταθεί σε μία πολύ μεγαλύτερη αγορά, τη γερμανική. Πρώτη υποψήφια ήταν η Φορτούνα Ντίσελντορφ, με τους οπαδούς της όμως να αντιδρούν έντονα στην απόπειρα εμπορευματοποίησης.

Παρ’ όλα αυτά, η Red Bull δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Ανακάλυψε μία ομάδα της πέμπτης κατηγορίας αλλά με ένα υπερσύγχρονο γήπεδο που οικοδομήθηκε για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006. Η Λειψία βρισκόταν στην αφάνεια, σε μία πόλη χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το άθλημα. Κι όμως, «καταπίνοντας» τις κατηγορίες, τη σεζόν 2016-2017 βρέθηκε για παρθενική φορά στην Μπουντεσλίγκα. Πέντε χρόνια αργότερα μετράει πολύ καλές εμφανίσεις εντός συνόρων (αποκορύφωμα η δεύτερη θέση το 2017), ενώ στην Ευρώπη την περασμένη ιδιαίτερη χρονιά λόγω πανδημίας έφτασε στα ημιτελικά της διοργάνωσης.

Αν νομίζετε όμως πως η Λειψία αποτελεί ένα ποδοσφαιρικό θαύμα για το οποίο καμαρώνουν οι Γερμανοί, πλάνάσθε πλάνην οικτράν. Στη Γερμανία, οι αποφάσεις στους ποδοσφαιρικούς συλλόγους λαμβάνονται δημοκρατικά. Πρόκειται για εταιρείες λαϊκής βάσης και για να ληφθεί μία απόφαση απαιτείται το 51%. Για παράδειγμα η Μπάγερν Μονάχου έχει περίπου 230.000 μέλη με δικαίωμα ψήφου. Ε, στη Λειψία αποφασίζουν μόλις 17 άνθρωποι. Και αυτοί φυσικά είναι ουσιαστικά υπάλληλοι του δισεκατομμυριούχου ιδιοκτήτη της Red Bull, Ντίτριχ Μάτεσιτζ.
 

Ζήτα το και έγινε στη Winmasters.gr (21+) *Ισχύουν όροι & προϋποθέσεις
 

Όπου και αν αγωνίζεται η Λειψία συναντά έχθρα και οπαδούς που παλεύουν εναντίον της εμπορευματοποίησης του αντικειμένου που λατρεύουν. Βέβαια, παρότι η γερμανική ομάδα είναι ίσως η πιο μισητή στο ποδοσφαιρικό στερέωμα, στην Αυστρία τα πράγματα είναι λιγάκι διαφορετικά. Εκεί, οι ιθύνοντες θεώρησαν την εξαγορά της Σάλτσμπουργκ σαν μια ευκαιρία μεγιστοποίησης του προϊόντος και εξαγωγής του στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η ταχύτατη ανάπτυξη της ομάδας έχει αναγκάσει και τις υπόλοιπες να προσπαθήσουν να την ακολουθήσουν, αν και καμία δεν έχει φθάσει στο αγωνιστικό αλλά και οικονομικό της επίπεδο.

Αφού κάναμε μία μίνι αναδρομή στο εμπορικό κομμάτι της Red Bull , ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε και με το σημερινό παιχνίδι. Η Μπάγερν λοιπόν καλείται να αντιμετωπίσει ξανά το διαβολικό προϊόν της εταιρείας. Καθώς η Λειψία της έχει γίνει βραχνάς εντός των συνόρων, εκτός Γερμανίας φαίνεται πως θα την πληρώσει η Σάλτσμπουργκ. Μετά το 6-2 της προηγούμενης αγωνιστικής, οι δύο αντίπαλοι αναμετρώνται στο Μόναχο, προερχόμενοι μάλιστα από γκέλες στα εγχώρια πρωταθλήματα. Όσον αφορά το στοιχηματικό κομμάτι, θα ποντάρω ό,τι ακριβώς θα πόνταρα αν στη θέση των Αυστριακών βρισκόταν η Λειψία. Συνεπώς, άσος και εκατέρωθεν σκοράρισμα με τους γηπεδούχους να θέλουν να ξεσπάσουν στους φιλοξενούμενους για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν απέναντι στο «γερμανικό αδελφάκι».